αυτόγραφος

αυτόγραφος
-η, -ο (AM αὐτόγραφος, -ον)
Ι. ο γραμμένος με τα ίδια τα χέρια κάποιου, ιδιόχειρος
II. το ουδ. ως ουσ. το αυτόγραφο (Α τὸ αὐτόγραφον)
1. νεοελλ. α) κείμενο ή κείμενα γραμμένα ιδιοχείρως από επιφανή προσωπικότητα
β) η υπογραφή ή σύντομο ιδιόχειρο κείμενο με φιλοφρονήσεις από καλλιτέχνη ή άλλη διασημότητα προς χάριν θαυμαστών του
αρχ.
ο γραφικός χαρακτήρας κάποιου.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • αυτόγραφος — η, ο αυτός που γράφτηκε ιδιόχειρα: Άφησε αυτόγραφη διαθήκη. Το ουδ. ως ουσ., αυτόγραφο, το ιδιόχειρο γραπτό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τηλ(ε)αυτογράφος — ο, Ν τεχνολ. συσκευή που ανατυπώνει σε έναν σταθμό λήψης κείμενα και σχέδια σε ειδικό φύλλο χαρτιού αναπαραγωγής με τη σειρά που αυτά σχηματίζονται στον σταθμό εκπομπής από το χέρι τού αποστολέα, συσκευή που σήμερα έχει ουσιαστικά αντικατασταθεί… …   Dictionary of Greek

  • αὐτόγραφον — αὐτόγραφος written with one s own hand masc/fem acc sg αὐτόγραφος written with one s own hand neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτογράφοις — αὐτόγραφος written with one s own hand masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτογράφου — αὐτόγραφος written with one s own hand masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτογράφους — αὐτόγραφος written with one s own hand masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτογράφων — αὐτόγραφος written with one s own hand masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόγραφα — αὐτόγραφος written with one s own hand neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόγραφοι — αὐτόγραφος written with one s own hand masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • autógrafo — (Del lat. autographus < gr. autographos < autos, mismo + grapho, escribir.) ► adjetivo/ sustantivo masculino 1 Que está escrito de mano de su mismo autor: ■ han encontrado un texto autógrafo de un famoso escritor. ► sustantivo masculino 2… …   Enciclopedia Universal

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”